Articles

H Κολομβία του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκέζ

Πολλά έχουνε πιά αλλάξει στην χώρα του εθνικού συγγραφέα της Κολομβίας, που της χάρισε και το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1982 Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκέζ.
Χώρα μακρινή και περίεργη της Λατινικής Αμερικής, με το τεράστιο ερωτηματικό της μεγαλύτερης παραγωγής κοκαίνης, να κρέμεται σαν λεπίδα λαιμητόμου πάνω απο τα πυκνά, τροπικά της δάση και τις οροσειρές των Ανδεων.
Ολοι οι τουριστικοί οδηγοί και τα βιβλία Γεωγραφίας, θα σε πληροφορήσουν όσον αφορά στο τι παράγει η χώρα, καφέ, σμαράγδια, χρυσό, κοκαίνη και λουλούδια.
Οι μάζες των επαναστατών στην βόρεια πλευρά των Ανδεων, θα την κάνουν
aκόμα πιό γνωστή, με τις απαγωγές των τουριστών και επιχειρηματιών, τα λύτρα απο τις οποίες τους βοηθούν να συντηρήσουν τον παράνομο Οργανισμό τους FARC.
Οι επαναστάτες ξεκίνησαν τον Οργανισμό τους, γύρω στην δεκαετία του εξήντα. Ησαν κομμουνιστές αντάρτες που πολέμησαν για την απελευθέρωση της Κολομβίας απο δικτατορικές, μιλιταρίστικες κυβερνήσεις πολλών ετών.
Ομως έκτοτε παρέμειναν.
Ομως είναι μόνο αυτό η χώρα;
Είναι ολόκληρη η Κολομβία ένα απέραντο στέκι κακοποιών στοιχείων;
Ξεκινώντας για εκεί με ένα ταξίδι εργασίας, ομολογώ ότι είχα ανάμικτα συναισθήματα μέσα μου και φυσικά, κυρίως, εκείνο του φόβου.
Με εξέπληξε το αεροδρόμιο της Μπογκοτά. Μεγάλο, καθαρό, μ’ ευγενικούς ανθρώπους.
Εμεινα εδώ λίγες ώρες πρίν πετάξω στον τελικό μου προορισμό, την Καρθαγένη.
Το όνομα προέρχεται απο την παλιά Καρχηδόνα.
Η πόλη ιδρύθηκε το 1533 απο τον Πέντρο ντε Χερέντια, και μέχρι το 1811 παραμένει η μεγάλη αποθήκη των θησαυρών που μάζευαν οι Ισπανοί απο την ενδοχώρα, πρίν τους διοχετεύσουν στην Ισπανία.
Η Καρθαγένη έτσι ήταν και είναι ενα πολύ σημαντικό λιμάνι της Κολομβίας.
Τίποτα εδώ δεν έχει καμμία σχέση με ότι έχει κανείς διαβάσει, η ακούσει γι’ αυτήν την χώρα.
Πόλη κοσμοπολίτικη που έχει τρία διακριτικά πρόσωπα.
Την παλιά πόλη, διατηρημένη όπως την άφησαν οι Ισπανοί, με πεντακάθαρα, στενά σοκάκια, μπαλκόνια με εκατοντάδες λουλούδια, είναι άλλωστε και σ΄αυτό η μεγαλύτερη παραγωγός χώρα, και σπίτια που τα χρώματα τους ζεστά και ζωηρά, καλούν τον επισκέπτη.
Την καινούργια πόλη με τους ουρανοξύστες, τις μοντέρνες πολυκατοικίες και τα μαγαζιά.
Και Τρίτη την πόλη που μένει η εργατική τάξη.
Τα παλιά μοναστήρια των Ισπανών έχουνε γίνει ξενοδοχεία πολυτελείας, των οποίων συχνά, το στάρνταντ και σέρβις, ξεπερνούν τα καλύτερα ευρωπαικά, οι παλιοί στρατώνες μαγαζιά με χειροτεχνήματα.
Μικρές άμαξες με άλογα φέρνουν βόλτα τους τουρίστες στην πόλη και στοιχίζουν φθηνότερα απο το να χρησιμοποιήσεις ταξί.
Τ’ απόβραδο, όταν βάλει λίγη δροσιά, γιατί εδώ δεν ξέρουνε τι θα πεί χειμώνας, οι γυναίκες κάθονται έξω απο τα σπίτια τους,στην παλιά πόλη, πλέκουνε και συζητάνε με τις γειτόνισες.
Στην πλατεία Μπολιβάρ στέκει το άγαλμα του ομώνυμου απελευθερωτή, που έδιωξε τους Ισπανούς απο την Καρθαγένη το 1811.
Εδώ στέκονται όλη μέρα κι οι φτωχοί, κι οι εργαζόμενοι, κι όσοι χαζεύουνε τον κόσμο να περνά.Εδώ κοιμούνται στους πάγκους τα βράδυα, όσοι δεν έχουνε σπίτι.
Ολοι, κάτω απο την σκιά του Παλατιού της Ιεράς Εξέτασης, του μουσείου του Χρυσού, της Γλαλερία Αλ Κάνο, που παράγει και σερβίρει καφέ, και του Καθεδρικού Ναού της πόλης.
Γιατί όλα τούτα, τριγύρω σ’ αυτήν την πλατεία που είναι η καρδιά της Καρθαγένης, αποτελούν τούτη την πόλη και την Κολομβία.
Απο την εκμετάλλευση του καθολικισμού και των Ισπανών που τους τον επέβαλαν, στον χρυσό, τον καφέ, τα λουλούδια και την φτώχεια.
Κι όμως η πλατεία διατηρεί μιά αξιοπρέπεια, νοικοκυροσύνη και καθαριότητα. Είναι οι ίδιοι οι άνθρωποι που βοηθούν σ’ αυτό.
Φτωχοί και πλούσιοι, επαναστάτες και δικτάτορες, έμποροι κι άστεγοι, έχουνε μιά περίεργη ενότητα.
Οι γηγενείς Ινδιάνοι, οι περισσότεροι κι όσοι απόμειναν απο τις σφαγές και την εκμετάλευση, έχουνε μαζευτεί στην πρωτεύουσα Μπογκοτά και την ενδοχώρα. Εδώ είναι λιγώτεροι.
Ισπανοί κατακτητές, Καραβαικανοί που ήρθαν απο απέναντι, μιά θάλασσα μόνο χωρίζει τις δυό χώρες, για καλύτερη τύχη, μαύροι αφρικανοί που τους έφεραν σκλάβους οι Ισπανοί.
Λίγοι έχουνε αναμιχθεί μεταξύ τους. Το βλέπεις στα πρόσωπα καθαρά. Ομως είναι όλοι ενωμένοι, δεμένοι σε τούτη την χώρα.
Η Καρθαγένη,όπως και πολλές άλλες πόλεις στα παράλια της Κολομβίας, έχει χαρακτήρα κοσμοπολίτικο, με εμφανή και σωστή προσπάθεια να προσελκύσει ξένο τουρισμό.
Περπατήσαμε πολύ στους δρόμους της, νύχτα και μέρα και κανένας δεν μας επιτέθηκε.
Οι άνθρωποι εδώ έχουνε βαθιά μέσα τους την πικρία ότι ο έξω κόσμος τους θεωρεί κακοποιούς.
Αν κάποιο φτωχό παιδί ζητιανέψει απο ξένο, οι ντόπιοι το διώχνουν αυστηρά.
Είναι μεγαλύτερη απο ποτέ η προσπάθεια τους να δείξουνε ότι η χώρα τους είναι ασφαλής.
Αν στον αιώνα που ζούμε η λέξη ασφάλεια δεν υπάρχει στο λεξιλόγιο καμμιάς μεγαλούπολης, εδώ ίσως η προσπάθεια γι’ αυτήν έχει γίνει συνείδηση.
Σου δείχνουν με καμάρι το σπίτι του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκέζ κι είναι πολύ περήφανοι που τους έφερε ένα Νόμπελ κι έδειξε στον κόσμο με τα βιβλία του, ότι η Κολομβία έχει παράδοση και κουλτούρα.
Τα ¨Εκατό χρόνια μοναξιάς’’, και ‘’ Αγάπη στον καιρό της χολέρας’’, έχουν διαβαστεί απο εκατομμύρια αναγνώστες και μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες.
Παρ’ όλο που ο συγγραφέας γεννήθηκε στην Αρακατάκα, έκανε σπίτι του την Καρθαγένη.
Λόγω υγείας, πάσχει απο καρκίνο χρόνια, μένει τώρα στο Μεξικό, απ’ όπου εκυκλοφόρησε πρόσφατα τον πρώτο τόμο της αυτοβιογραφίας του ‘’ Ζώ για να διηγούμαι’’.
Φόβος του, απ’ όσο μου είπαν κοντινοί του άνθρωποι εδώ, μήπως πεθάνει και δεν προλάβει να τελειώσει τους υπόλοιπους τόμους κι ακόμα μήπως δεν ξαναδεί την αγαπημένη του πατρίδα.
Φιλελεύθερο πνεύμα ο Μαρκέζ είχε μεσολαβήσει αποτελεσματικά μεταξύ των ανταρτών και της κυβέρνησης, πρίν μερικά χρόνια, για ειρήνη.
Ως ένα σημείο τα κατάφερε. Οι αντάρτες έχουν πιά απομονωθεί στην βόρεια πλευρά των Ανδεων, αφήνοντας ήσυχη την υπόλοιπη χώρα. Πολύ πρόσφατα δε και με την μεσολάβηση της UNICEF, άφησαν ελεύθερα εξήντα δύο παιδιά που είχαν στρατεύσει.
Τα παιδιά αυτά με την βοήθεια της κυβέρνησης, γυρίζουνε τώρα πίσω στις οικογένειες τους και τις σπουδές τους. Ο δρόμος φυσικά δεν θα είναι εύκολος και οι εμπειρίες δεν θα ξεχαστούνε, όμως η προσπάθεια έγινε.
Η Κολομβία είναι σήμερα δημοκρατία και προσπαθεί όσο γίνεται ν’ απαλλαγεί απο τους εφιάλτες του παρελθόντος της.
Ενός παρελθόντος που δεν δημιούργησε η χώρα, αλλά η ανθρώπινη απληστία. Γιατί οι θησαυροί που παράγει τούτη η χώρα αποτελέσανε και τον όλεθρο της.
Παίρνει όμως λίγο χρόνο να ζήσεις εδώ και ν’ αντιληφθείς, παρατηρώντας τα μελαψά, αξιοπρεπή πρόσωπα των κατοίκων της πόση προσπάθεια καταβάλουν για ν΄αλλάξουν την κακή εικόνα της πατρίδας τους.
Οταν γνωρίσεις τόσο πολύ το κακό και σε πονέσει, η ανάμνηση του σε ωθεί στο καλό.
Ουτοπία; Ισως. Ομως εδώ το κάνουν πραγματικότητα.