“Ενα περιστέρι στην πλατεία”
Μερικά περιστέρια πετούσαν εδώ κι εκεί, συχνά πυκνά έτσι, δίχως σκοπό,
Μόνο μερικά δούλευαν τα μάτια τους σαν τηλεσκόπιο θαρρείς που ψάχνει γι΄άστρα στον ουρανό, μόνο τούτα τα γυρόφερναν στο λιγοστό χώμα και τα χαλίκια της πλατείας, για λίγη τροφή.
Κάποια αυτοκίνητα, λίγα κι αυτά, κυκλοφορούσαν στους δρόμους ,σχεδόν κανένας διαβάτης στα πεζοδρόμια. Οι κλειστές πόρτες των μαγαζιών έμοιαζαν στόματα σφαλισμένα και μόνο τα τζάμια τους κι οι βιτρίνες ζωντάνευαν απο τις αντανακλάσεις του ήλιου.
Ηταν Κυριακή του Πάσχα, στ΄ απόγευμα της. Ενα μικρό αεράκι κινούσε ήρεμα τις τέντες στις γειτονικές πολυκατοικίες και τα φύλλα των δέντρων τριγύρω, που όμως γινότανε πιό τσουχτερό σαν σ΄εύρισκε στην σκιά και σε περόνιαζε ως το κόκκαλο.
Ηταν μόνος του σήμερα, ολομόναχος και χθές στην Ανάσταση γι αυτό και δεν πήγε, πρώτη του φορά τούτο. Εμεινε μόνος μέσα στο σπίτι ν΄ακούει το Χριστός Ανέστη απο την παληά τηλεόραση.
Κανένας δεν τον είχε καλέσει, μήτε φίλοι, μήτε συγγενείς, άλλωστε γιατί, μ΄όλους σχεδόν είχε καταφέρει να έχει μια κακή σχέση. Τσακωνότανε εύκολα, έκανε κριτική για όλους και όλα κι όλοι κι όλα έτσι φεύγανε και χανόντουσαν λίγο λίγο απο την ζωή του.
Χάζεψε τα περιστέρια κάτω στην μικρή πλατεία. Δεν ήξερε τι άλλο να κάνει.
Είχε προσπαθήσει να διαβάσει, να παίξει λίγο στην κιθάρα του, όμως τίποτα δεν του πήγαινε, τίποτα δεν ένοιωθε να τον βολεύει, να τον ξεκουράζει, να γεμίζει την ώρα.
Ενα περιστέρι βρήκε κάποιο ψίχουλο, τι χαρά, το είχε βουτήξει στο ράμφος του, να τώρα ετοιμαζότανε να το φάει. Α τι χαρά στ’ αλήθεια, ενα μεγάλο, ολοστρόγγυλο ψίχουλο.
Το κοίταζε.
Κάπου το πουλί σταμάτησε απρόσμενα, το ψίχουλο του έπεσε απο το στόμα, έπειτα σκάλωσε τα μάτια του σε κάτι μακρυνό, δεν μπορούσε εκείνος να δεί τι ήταν αυτό.
Ενα άλλο περιστέρι καραδοκούσε εκεί κοντά, γρήγορο σαν αστραπή πέταξε και του βούτηξε το ψίχουλο.
‘ Βλάκα, ‘ μονολόγησε ο άντρας, ‘ τι ηλίθιος που είσαι,’ πιστεύοντας στ’ αλήθεια οτι είχε να κάνει μ’ έναν άλλο ανόητο αρσενικό. ‘Τώρα; Τώρα θέλω να δώ τι θα κάνεις που έχασες την τροφή σου βλάκα,’ του ξανάπε.
Το πουλί τριγύρισε για λίγο εκεί γύρω κι έπειτα πήγε να κουρνιάσει κάτω απο ένα δέντρο. Φούσκωσε το κορμί του, έκλεισε τα μάτια του κι έκατσε εκεί, ακίνητο, αδιάφορο στην μέρα, τον χώρο, τους περαστικούς και τ’ άλλα περιστέρια γύρω του.
‘ Πφ’ έκανε ο άντρας, άκρως απογοητευμένος κι ενοχλημένος κι έφυγε απο το παράθυρο. Εκανε μερικά βήματα μέσα στο δωμάτιο, τα μάτια του να πλανιούνται τριγύρω στα ίδια και τα ίδια, τις παληές πολυθρόνες, τον τεράστιο ισπανικό καναπέ, την κιθάρα, τα πεταμένα ρούχα και τα κόκκινα πλακάκια του δαπέδου, που δεν είχανε καθαριστεί γι’ αρκετές τώρα εβδομάδες.
‘Τι κάνουμε;’ Ρώτησε ήσυχα τον εαυτό του, ‘δεν βαριέσαι’ του ξανάπε σε λίγο, έτσι σαν απάντηση που δεν είχε σκεφτεί και για πολύ.
Εκατσε και πήρε ένα βιβλίο να διαβάσει, ‘πρέπει και να μαγειρέψω πάλι γι’ αύριο ‘ ξανασυμβούλεψε τον εαυτό του δυνατά, μόλις φυγομέτρησε τις πρώτες σελίδες του βιβλίου.
Ξαφνικά, ένα κουδούνισμα δυνατό αντήχησε στο μικρό διαμέρισμα, δυσκολεύτηκε για λίγο να εντοπίσει απο που ερχότανε. Το κουδούνισμα αντήχησε πάλι στην ησυχία του δωματίου, δεν ήταν μακρυά. Πετάχτηκε τώρα και μεμιάς έτρεξε να πάρει το τηλέφωνο. Το πρόσωπο του άλλαξε και μια μικρή νότα χαράς βάφτηκε με κόκκινο στα μάγουλα του .
‘ Ναί; Ρώτησε, ‘ποιός είναι;’ Κι η φωνή του ακούστηκε ευχάριστη στον γνώριμο χώρο.
‘Είμαι ο Νώντας, ‘ είπε η φωνή, ‘χρόνια πολλά, Χριστός Ανέστη, είσαι καλά βρέ Λευτέρη;’
‘Χρόνια πολλά, χρόνια πολλά, καλά, καλά, ‘είπε κι εκείνος. ‘ Τι γίνεσαι βρέ Νώντα; Να τώρα βλέπεις και μ΄αυτές τις γιορτές βλέπεις χαθήκαμε, τόσες δουλειές είχα κι εγώ’ και σταμάτησε ακούγοντας κι εκείνος το ψέμμα του ν΄αντηχεί ανόητα στο δωμάτιο.
‘Ναί, ναί, ‘συμφώνησε ασυναίσθητα κι ο Νώντας, ‘ κάνεις τίποτα βρέ Λευτέρη σήμερα; Εννοώ μήπως έχεις υποχρεώσεις να βγείς και σε κρατώ η κάτι άλλο;’
‘Ω Θεέ μου έξοχα,’ μια φωνή μέσα του τσίριξε θαρρείς ενθουσιασμένη, ‘όχι, όχι,’ψέλλισε σχεδόν κι έπειτα πιό καθαρά, ‘όχι, ελεύθερος είμαι.’
‘Μπορώ λοιπόν να έρθω στο σπίτι σου σε λίγο;’
Η ενθουσιασμένη φωνή κόπασε μέσα. Ηθελε να βγεί έξω, να πάει κάπου, έστω για έναν καφέ μ’ έναν άλλο άνθρωπο, όποιον άνθρωπο, να δεί κόσμο, χρώματα, κίνηση, ν’ ακούσει φωνές, ν΄αλλάξει, ν΄αλλάξει απο τούτον τον μικρό χώρο.
‘Δεν θα μείνω για πολύ να σ’ ενοχλήσω χρονιάρα μέρα,’ συνέχισε ο Νώντας, ‘να , λίγο μόνο θα σε καθυστερήσω, είναι κάτι που θέλω να σε ρωτήσω, βλέπεις εσύ ξέρεις καλά απο κοινόχρηστα πολυκατοικιών και τέτοια κι έχουμε μια συνέλευση αύριο ν’ αποφασίσουμε για κάτι σοβαρό. Είναι κατάρα νάσαι διαχειριστής καθώς ξέρεις, τους είπα που να πάρει να το αναβάλουμε για κάποια άλλη μέρα, αλλά οι περισσότεροι ήσαν ανένδοτοι, δουλεύουνε βλέπεις την Τρίτη του Πάσχα, γι ‘αυτό, ούτε εγώ, ούτε η Ειρήνη θέλαμε να τους έχουμε εδώ αύριο, αλλά τι να κάνουμε, ανάθεμα στις υποχρεώσεις βλέπεις.’
Είχε πάει με το τηλέφωνο στο παράθυρο, το περιστέρι ήταν ακόμα στην ίδια θέση.
‘Ελα κατά τις έξη,΄ άκουσε τον εαυτό του να λέει και του έκανε εντύπωση πόσο ίσια, σαν μια μακριά γραμμή που τραβάς σ’ ένα τετράδιο, ακούστηκε η φωνή του.
‘Σ’ ευχαριστώ πολύ φίλε, μένω υπόχρεος, θάμαι εκεί στις έξη, άντε σ’ αφήνω τώρα, και που είσαι πάλι συγγνώμη για την ενόχληση και χρόνια πολλά.’
‘Επίσης,΄ψέλλισε και πάτησε το κόκκινο κουμπί στ΄ασύρματο τηλέφωνο να κλείσει την συνδιάλεξη.
Ξανακοίταξε κάτω στην μικρή πλατεία, το περιστέρι ήταν ακόμα στην ίδια θέση.
Despina Katsirea.
© All content copyright Despina Katsirea.